24 Απριλίου του 1138. Γεννιέται ο Μιχαήλ Χωνιάτης. Ο μητροπολίτης Αθηνών και μεγάλος λόγιος του Βυζαντίου, που αρνήθηκε την πρόταση του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρι να εγκατασταθεί μόνιμα στη Νίκαια. Αναλαμβάνει όμως να έρθει σε επαφή με όλες τις μεγάλες πόλεις του Ελλαδικού χώρου. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης θα αναλάβει στην ουσία να επισκεφθεί όλες τις μεγάλες πόλεις προκριμένου
να ενισχύσει τις σχέσεις τους με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα επισκεφθεί και τους Φιλίππους ( είναι άγνωστη η ακριβής χρονολογία, πάντως πρέπει να έγινε λίγο πριν το θάνατό του το 1222. Ίσως μεταξύ 1218 – 1220 ). Γεννήθηκε στις Χώνες (πρώην Κολοσσαί) της Φρυγίας και προερχόταν από την εύπορη οικογένεια των Ακομινάτων. Αδελφός του ήταν ο ιστορικός Νικήτας Ακομινάτος. Σε νεαρή ηλικία τον έστειλε ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη για να μορφωθεί. Εκεί προστάτης και διδάσκαλός του έγινε ο σοφός Ευστάθιος, αργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Εκπαιδεύτηκε στην κλασική παιδεία, γνώρισε τους Όμηρο, Πίνδαρο, Δημοσθένη, Θουκυδίδη και άλλους αρχαίους συγγραφείς και μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τους ανώτερους εκκλησιαστικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Ανέπτυξε χαρακτήρα δραστήριο, ευγενή και πράο. Αρχικά υπηρέτησε στον Πατριάρχη Θεοδόσιο ως υπογραμματέας του και χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών το 1175 και Μητροπολίτης Αθηνών το 1182. Η αρχιερατεία του Ακομινάτου ανήκει στα λίγα φωτεινά σημεία της σκοτεινής ιστορίας των Αθηνών του Μεσαίωνα. Φτάνει στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1182 για να διαδεχθεί το μητροπολίτη Γεώργιο Ξηρό. Η Μητρόπολη Αθηνών ήταν τότε μητρόπολη 28ης τάξης και είχε υπό τη διοίκηση της τις επισκοπές Δαυλείας, Ευρίπου, Κορώνειας, Άνδρου, Ωρεού, Σκύρου, Καρύστου, Πορθμού, Αυλώνος, Σύρου, Σερίφου και Κέας. Εγκαθίσταται στο επισκοπικό μέγαρο στη Μητρόπολη της Αθήνας, την Παναγία την Αθηνιώτισσα (Παρθενώνας). Από τότε άρχισε τον αγώνα του για να ανορθώσει υλικά και πνευματικά το ποίμνιό του -που είχε φανερά καταπέσει σε αυτά τα χρόνια, όπως μαρτυρείται από τις πολυάριθμες επιστολές του- στέλνοντας συνεχώς επιστολές στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και ερχόμενος σε συνεργασία με τους διάφορους διοικητές του Θέματος της Ελλάδας και με τοπικούς αξιωματούχους του κράτους. Με το κήρυγμά του προσπαθούσε να εμφυσήσει στον λαό της Αθήνας ξανά το χριστιανικό πνεύμα και τρόπο ζωής, από το οποίο η φτώχεια κυρίως τους είχε κάνει να απομακρυνθούν. Επίσης, προσπάθησε να ξαναβάλει σε τάξη και τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους και κληρικούς, οι οποίοι εμπλεκόταν σε πολλές κακοδιοικήσεις και σκάνδαλα. Το Σεπτέμβριο του 1185 παραβρέθηκε στη στέψη του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β' Άγγελου και προσπάθησε να υπερασπιστεί τα δίκαια της Μητρόπολης του. Μάλιστα το 1187 του δόθηκε από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης η επισκοπή της Αίγινας για να αυξηθούν τα λιγοστά έσοδα της Μητρόπολης του. Η κατάσταση όμως ήταν τόσο άσχημη για τους πληθυσμούς της περιοχής αλλά και για όλη την Ελλάδα: μόνο το πρώτο χρόνο μπόρεσε μετά πολλών βασάνων να μαζέψει τον ετήσιο φόρο και ύστερα παραιτήθηκε από την αξίωση του γι'αυτήν την επισκοπή, γιατί -όπως εξηγεί σε μια επιστολή του- το νησί ήταν σχεδόν ακατοίκητο και καταφύγιο πειρατών, οπότε δεν μπορούσε να έχει έσοδα από εκεί ( τα στοιχεία είναι από τη βικιπαίδεια ). ο 1203 υπεράσπισε την Αθήνα από την επίθεση του Λέοντα Σγουρού, που είχε ιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία στο Ναύπλιο και την Αργολίδα. Στην αρχή προσπάθησε να συνομιλήσει με τον άρχοντα, αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε, εγκατέστησε στην Ακρόπολη βλητικές μηχανές και τοξεύοντας τους στρατιώτες του Σγουρού, τους έδιωξε από την Αθήνα. Όταν το 1204 οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και κατόπιν, υπό τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό, κατέλαβαν τη νότια Ελλάδα και βρέθηκαν μπροστά στην Αθήνα, ο Ακομινάτος, καταλαβαίνοντας το μάταιο της αντίστασης, παρέδωσε την πόλη. Μετά από λίγες εβδομάδες και αφού οι Φράγκοι στρατιώτες είχαν λεηλατήσει την πόλη, την Παναγία την Αθηνιώτισσα και το ίδιο το σπίτι του Μητροπολίτη, παίρνει μόνο τα αναγκαία για την επιβίωσή του και φεύγει πρώτα για τη Θεσσαλονίκη, μετά στη Χαλκίδα και τελικά εγκαθίσταται μόνιμα στην Κέα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου και θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Από την Κέα διευθύνει για λίγους μήνες την Μητρόπολη του, αλλά όταν εγκαθίσταται εκεί Λατινική επισκοπή δεν έχει πλέον καμία αρμοδιότητα. Στα επόμενα χρόνια θα τον σημαδέψουν ο θάνατος του αδελφού του, Νικήτα Χωνιάτη καθώς και κάποιων άλλων συγγενών του και η χειροτέρευση της υγείας του. Παρόλο που ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης τον καλεί στην πρωτεύουσά του και ο Οικουμενικός Πατριάρχης του προτείνει την ποίμανση της χηρεύουσας Μητρόπολης της Νάξου, εκείνος αρνείται και τα δύο, μια που η κατάσταση της υγείας του -η επιδείνωση των ρευματισμών του- δεν του επέτρεπε ούτε να κάνει ένα βήμα έξω από το κατώφλι του κελιού του, στο μοναστήρι. Τελικά, πεθαίνει στην Κέα το 1222.
Δρ. Τάσος
Σαββίδης
Κρηνίδες
Φιλίππων, 23/04/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου