Με την ευκαιρία του εορτασμού της
εθνικής επετείου του μεγάλου ΟΧΙ, και μια εβδομάδα πριν από αυτόν, θα ρίξουμε
μια ματιά στη Βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη που μας έφερε
ως απότοκο ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος. Πολλά ακούσαμε και διαβάσαμε σε
ΜΜΕ για την περίοδο εκείνη τις τελευταίες μέρες, κάποια τραγικά και κάποια
κωμικοτραγικά. Από αυτά που ακούσαμε και διαβάσαμε θα ξεχωρίσουμε δύο που
κερδίζουν το βραβείο ανιστορικής γελοιότητας που ειπώθηκαν από το ίδιο άτομο,
μια γηραιά κυριούλα που περιφέρεται από κανάλιον εις κανάλιον και αφηγείται
αυτά που η ίδιαέζησε, ως παιδί τότε. Α) Το Ε.Α.Μ συνεργάστηκε με τους Βούλγαρους κατακτητές, η ίδια θυμάται και τις κοινές τους εκδηλώσεις στη κεντρική πλατεία της Καβάλας! Δηλαδή, σύμφωνα με την ίδια, ο βασιλεύς Βόρις Γ’ της Βουλγαρίας ήταν Κουμουνιστής!!! Β) Η Βουλγαρία ποτέ δεν έδωσε αποζημιώσεις για τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και γι΄ αυτό ευθύνεται το Κ.Κ.Ε, μέχρι το 1981 και το ΠΑ.ΣΟ.Κ του Ανδρέα Παπανδρέου, το Κ.Κ.Ε, το Κ.Κ.Ε. εσωτερικού, οι Αναρχικοί, οι Τροτσκιστές και οι Μαοϊκοί, από το 1981 έως 1991!!! Αυτό διότι, κατά την ιδία πάντα, μετά το τέλος του πολέμου κουμουνιστές και αριστεροί στην Ελλάδα δεν ανακινούσαν το θέμα των Βουλγαρικών αποζημιώσεων εξαιτίας του κουμουνιστικού καθεστώτος της γειτονικής χώρας!!! Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, μετά τον πόλεμο το Κ.Κ.Ε και οι λοιποί αριστεροί κυβερνούσαν τη χώρα! Αυτά τα τραγικά μονοπωλούν τα Μ.Μ.Ε της Καβάλας δυστυχώς. Η ίδια αποκαλεί το Μανώλη Γλέζο <<σύντροφο>>! Μάλλον μπερδεύει το Κ.Κ.Ε με τη Χρυσή Αυγή. Για να μην αφήσουμε τους φίλους του blog μας στα χέρια τέτοιων ανθρώπων και τέτοιων μέσων, ας δώσουμε μερικά στοιχεία για την Βουλγαρική κατοχή από πηγές <<μη αριστερές>> . Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μακεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 20ού αιώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύονται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε, καθώς η χώρα μας χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής – μία γερμανική, μία ιταλική και μία βουλγαρική. Το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας τίθεται υπό βουλγαρική διοίκηση. Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερνούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό
Πόλεμο.
Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπονόμευσαν ηθικά, πολιτικά
και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμιμων
διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πορεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
σύντομα επρόκειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγιδευμένη στο «λάθος
στρατόπεδο». Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η
περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της
Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την
προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετική
αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην
«περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία
συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ –
Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής,
γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι
βρίσκονται σε μια ξένη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προπαγάνδιζαν
ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν οριστικά.
Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές,
οι οποίες ήταν βουλγαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πληθυσμό, λόγω
της προηγηθείσας πολιτικής εξελληνισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι
δικαιολογούσε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην
«περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799
χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απογράφηκαν 649.419 κάτοικοι. Και
συγκεκριμένα κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρκοι,
514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.). Η νέα βουλγαρική
κατοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους
Βαλκανικούς, 1912 -1913, κι η δεύτερη στον Α’ Παγκόσμιο, το 1916 -1919), καθώς
ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Έλληνες, κατά τους
Βουλγάρους) βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό επεκτατισμό,
ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και
αποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδικήσει «αποκατάστασιν της
εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας». Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’,
με την «πρόθυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της
πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της
Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυσμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει
την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.
Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προσάρτησή
τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων
για χρόνια Βουλγάρων αδελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη
Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά
και «την περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της
περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς
Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλαδή
εκτός των 3/4 του νομού Έβρου).
Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους
κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και περιουσία, όλα μαρτυρούν ότι
εφαρμόσθηκε στα νεοαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελετημένο, και
στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμφάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με όψη
και χαρακτήρα βουλγαρικό. Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη
Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941
-1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και
σκληρότατα μέτρα εξόντωσής του:
Κατάλυση του ελληνικού κράτους
σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία…).
Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονομικής
ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός
συνεταιρισμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων…).
Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου
με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις
απελάσεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες
τους (ομηρία, «τάγματα εργασίας»).
«Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου,
με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυτότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής
εθνικότητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσσας σε όλες τις εκδηλώσεις της
ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά.
Οικονομική αφαίμαξη του
ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορολογία, τον
αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. Τρομοκράτηση,
βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με
τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτισμό.
Δημογραφική αραίωση του τόπου,
καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των
Ελλήνων κατοίκων του.
Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με
τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.
Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με
την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά.
διαφημιζόμενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.
Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκπολιτιστικού»
έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού
χαρακτήρα της «Νέας Βουλγαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσσας, ηθών
και εθίμων).
Τελειώνοντας να υπογραμμίσουμε δύο πράγματα. 1ον
, πως ο λόγος που βγήκαν από τον πόλεμο και υποχώρησαν στα πρότερα σύνορά τους
οι Βούλγαροι ήταν πως οι κουμουνιστές έριξαν από την εξουσία το βασιλέα Βόρι
Γ΄, αναγνώρισαν τα σύνορα που είχαν οι δύο χώρες πριν τον πόλεμο και, φυσικά,
εγκατέλειψαν το <<άξονα>. 2ον, το βουλγαρικό κράτος έδωσε πολεμικές
αποζημιώσεις στην Ελλάδα, ακολουθώντας το πρότυπο της Ιταλίας, σε είδος και όχι
σε χρήμα.
Δρ. Σαββίδης Τάσος
Κρηνίδες Φιλίππων, 20/10/2016.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου